Η συντήρηση

Ο υδραυλικός ήρθε άμεσα, μιας και ήταν γείτονας. Από αυτούς που, ενώ εσύ φιλοσοφείς γιατί στάζει το σύμπαν και προσπαθείς να του εξηγήσεις τι πάει στραβά και πόσο θυμό ειχες όλο αυτό το διάστημα με τη διαρροή, εκείνος απλώς βρίσκει ποια σωλήνα φταίει.

Η σωλήνα είχε χαλάσει και, όπως φαίνεται, πίσω της, είχε εγκατασταθεί μια ολόκληρη κοινωνία.

Για σχεδόν τέσσερις μήνες έβρισκα κατσαρίδες, χωρίς να περνά από το μυαλό μου ότι κάπου έχανε η σωλήνα. Τον τελευταίο μήνα έριχνα αεροζόλ και σχεδόν καθε μέρα , ή κάθε μία με δύο μέρες, εμφανιζόταν μία μικρούλα, σε λιπόθυμη κατάσταση.

Σαν υπενθύμιση:

«Δεν έλυσες το πρόβλημα. Απλώς το ανέβαλες.»

Ο υδραυλικός, με εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που έχει δει χειρότερα, μου είπε ότι θα πιάσει ένα εξάρτημα και θα ξανάρθει αύριο. Προς το παρόν έκλεισε την τρύπα της αποχέτευσης.

Κι εγώ έμεινα να καθαρίζω. Δύο ώρες. Γωνίες, πάτωμα, μέχρι και τις πιο μικρές λεπτομέρειες. Για να «κάτσει σωστά» η τουαλέτα αύριο.

Ανεβοκατέβαινα τις σκάλες ασταμάτητα.

Για γάντια.

Για χαρτιά.

Για Jif.

Για σακκούλες.

Για κάτι που είχα μόλις αφήσει ή ξεχάσει κάτω.

Η μέση μου άρχισε να διαμαρτύρεται.

Και τότε γεννήθηκε το υπαρξιακό ερώτημα:

Γιατί δεν αγόρασα ένα διαμέρισμα;

Τι το ήθελα να χτίσω ένα σπίτι πάνω–κάτω;

Το σπίτι δεν είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Είναι ένας ζωντανός, εν τέλει, οργανισμός που γερνάει, χαλάει, ζητάει.

Κυρίως ζητάει:

«Φτιάξε με».

Και κάπου ανάμεσα στις σκέψεις, σηκώνω το κεφάλι και βλέπω υγρασία στο ταβάνι.

Βγαίνω στην ταράτσα.

Μια σχισμή. Δυο μέτρα.

Α, λέω, ώρα για μόνωση. Άλλο ένα κεφάλαιο στο βιβλίο της συντήρησης.

Η πικρή αλήθεια είναι η εξής:

Δεν δουλεύω για να ζήσω καλύτερα.

Δουλεύω για να μη χαλάσουν όσα ήδη έχω.

Το σπίτι δεν είναι μονο ενα καταφύγιο.

Είναι σχέση.

Και όπως κάθε σχέση, αν την αφήσεις, θα σου στάξει.

Leave a comment